Χειρουργείο καρδιάς μετά τα 70: Οδηγός, διαδικασία, κινδύνοι, ανάνηψη και οφέλη – Μύθοι και πραγματικότητα

Καθώς το προσδόκιμο ζωής ανεβαίνει και η ιατρική τεχνολογία προοδεύει, η χειρουργική καρδιάς έχει καταστεί όλο και πιο εφικτή για άτομα άνω των 70 ετών. Ενώ η απόφαση να υποβληθεί κανείς σε τέτοια διαδικασία απαιτεί προσεκτική σκέψη, πολλοί ασθενείς μεγαλύτερης ηλικίας απολαμβάνουν αξιοσημείωτα οφέλη και βελτίωση της ποιότητας ζωής τους.

Στην Κύπρο, το ποσοστό των ασθενών που είναι άνω των  70 ετών και υποβάλλονται σε επεμβάσεις καρδιάς κυμαίνεται από 20 μέχρι 40% του συνόλου. Στο Καρδιοχειρουργικό μας Τμήμα αυτό το ποσοστό για την περίοδο 2020 – 2023 ήταν στο 35%.

 

Προετοιμασία πριν από τη χειρουργική επέμβαση

Πριν από την επέμβαση, μια πλήρης αξιολόγηση είναι απαραίτητη για να προσδιοριστεί η καταλληλότητα του ασθενούς για τη διαδικασία και να σχεδιαστεί η χειρουργική προσέγγιση. Αυτό συνήθως περιλαμβάνει:

- Ανασκόπηση Ιατρικού Ιστορικού: Εκτίμηση της γενικής υγείας, των υπαρχουσών ιατρικών καταστάσεων και των προηγούμενων επεμβάσεων.

- Καρδιολογικό έλεγχο:  Όπως το υπερηχογράφημα καρδιάς, η δοκιμασία κόπωσης και η στεφανιαίογραφία για την αξιολόγηση της λειτουργίας της καρδιάς.

- Εξετάσεις αίματος: Για την εκτίμηση καταστάσεων όπως η αναιμία, η λειτουργία των νεφρών και οι πιθανές λοιμώξεις.

 

Κατανόηση των κινδύνων

Η κατανόηση των κινδύνων που σχετίζονται με την ηλικία είναι κρίσιμη. Παράγοντες όπως η εξάντληση, οι συννοσηρότητες και η γνωστική υγεία παίζουν ρόλο στην εκτίμηση του κινδύνου.

Η ηλικία από μόνη της, ως αριθμός, συμβάλλει  ελάχιστα στην αύξηση του κινδύνου από το χειρουργείο. Ενδεικτικά, χρησιμοποιώντας το δείκτη Euroscore II (ένας δείκτης που υπολογίζει τη θνητότητα στα χειρουργεία καρδίας) φαίνεται ότι ένας ασθενής κάτω των 50 ετών, χωρίς άλλα προβλήματα υγείας έχει συνολικό κίνδυνο 0,50%. Αυτός ο κίνδυνος γίνεται 0,66% εάν ο ασθενής αυτός ήταν 70 ετών και 0,88% εάν ήταν 80 ετών.

Η εκτίμηση κινδύνου μπορεί να βοηθήσει στην πρόβλεψη επιπλοκών και ανίχνευση ασθενών με υψηλότερο κίνδυνο για οι λοιμώξεις, εγκεφαλικά επεισόδια ή παρατεταμένη περίοδο ανάρρωσης. Επιπλέον βοηθά στο σχεδιασμό του χειρουργείου και της διαδικασίας ανάρρωσης με εξατομίκευση της χειρουργικής προσέγγισης και της μετεγχειρητικής φροντίδας του κάθε ασθενούς.

 

Συνηθέστεροι τύποι χειρουργικών επεμβάσεων.

Αορτοστεφανιαία παράκαμψη (CABG)

Οι χειρουργοί χρησιμοποιούν ένα υγιές αιμοφόρο αγγείο από άλλο μέρος του σώματος για να παρακάμψουν τις στενωμένες στεφανιαίες αρτηρίες, αποκαθιστώντας τη ροή του αίματος στην καρδιά.

Αντικατάσταση ή επισκευή βαλβίδας

Περιλαμβάνει την αντικατάσταση μιας κατεστραμμένης βαλβίδας με μια τεχνητή ή την επισκευή της υπάρχουσας βαλβίδας για τη βελτίωση της λειτουργίας της καρδιάς. Οι τύποι των βαλβίδων είναι δυο και αφορούν τις μηχανικές βαλβίδες (μακροχρόνιας διάρκειας αλλά απαιτούν δια βίου αντιπηκτική θεραπεία) και τις βιολογικές βαλβίδες (συνήθως από βοδινό περικάρδιο) που δεν απαιτούν αντιπηκτική αγωγή.

Αντιμετώπιση ανευρυσμάτων αορτής

Εδώ γίνεται αντικατάσταση του τμήματος της αορτής που έχει διαταθεί με ένα τεχνητό μόσχευμα.

 

Ανάνηψη

Οι ασθενείς συνήθως περνούν μερικές ημέρες στο νοσοκομείο, συνήθως μια εβδομάδα με μια περίοδο ανάρρωσης στο σπίτι, που μπορεί να επεκταθεί σε κάποιες εβδομάδες. Άμεσα μετεγχειρητικά, στο νοσοκομείο, οι ασθενείς παρακολουθούνται στενά για πρόληψη επιπλοκών. Η αποτελεσματική διαχείριση του πόνου είναι κρίσιμη για την άνεση των ασθενών και την γρήγορη κινητοποίηση τους.

 

Μακροχρόνια παρακολούθηση

Η παρακολούθηση γίνεται από τον καρδιολόγο του κάθε ασθενούς τακτικά με παρακολούθηση των ζωτικών σημείων και της λειτουργίας της καρδιάς. Πρακτικές όπως η ισορροπημένη διατροφή, η τακτική άσκηση και η διακοπή του καπνίσματος βοηθούν για ένα καλύτερο αποτέλεσμα.

 

Ποιότητα ζωής μετά από το χειρουργείο καρδιάς

Πολλοί ασθενείς διαπιστώνουν ότι το χειρουργείο έχει βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα ζωής τους. Τα οφέλη περιλαμβάνουν βελτιωμένη καρδιακή λειτουργία η οποία συχνά οδηγεί σε μείωση της κόπωσης και βελτίωση της φυσικής αντοχής, βελτίωση ή υποχώρηση των συμπτωμάτων όπως πόνος στο στήθος, η δύσπνοια και τα οιδήματα.  Επιπλέον, προσφέρει μεγαλύτερη ανεξαρτησία και μεγαλύτερη ικανότητα να συμμετέχει κανείς σε καθημερινές δραστηριότητες και χόμπι που προηγουμένως περιορίζονταν λόγω καρδιολογικών προβλημάτων.

Το χειρουργείο καρδιάς μετά την ηλικία των 70 είναι μια βιώσιμη και συχνά ευεργετική επιλογή για πολλά άτομα. Με προσεκτική αξιολόγηση, εξατομικευμένα σχέδια θεραπείας και ολοκληρωμένη φροντίδα μετά τη χειρουργική επέμβαση, πολλοί συνάνθρωποί μας επιτυγχάνουν σημαντική βελτιωση στην υγεία και την ποιότητα ζωής τους.

Εάν εξετάζεται η χειρουργική επέμβαση καρδιάς ως τρόπος αντιμετώπισης καρδιακών προβλημάτων, είναι ουσιώδες να γίνονται ανοιχτές συζητήσεις με τους παρόχους υγειονομικής περίθαλψης, να κατανοηθούν οι συγκεκριμένοι κίνδυνοι και οφέλη, και να προετοιμαστείτε πλήρως, τόσο για τη διαδικασία όσο και για την ανάρρωση.

Σκοπός είναι να εξασφαλιστεί η καλύτερη δυνατή έκβαση για κάθε ασθενή και να είναι σε θέση να απολαύσει μια πλήρη και ενεργή ζωή μετά τη χειρουργική επέμβαση.

Αθηροσκλήρωση: Ο σιωπηλός «εχθρός» που ευθύνεται για εκατομμύρια θανάτους Ποια τα πρώιμα συμπτώματα και τι δεν πρέπει να αγνοήσουμε

Τα καρδιαγγειακά νοσήματα αποτελούν την κύρια αιτία θανάτου παγκοσμίως καθώς εκτιμάται ότι κοστίζουν τη ζωή σε 17,9 εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο. Πολύ συχνά οι άνθρωποι έχουν την τάση να χρησιμοποιούν ή να συσχετίζουν τους όρους διαφόρων νοσημάτων, χωρίς στην πραγματικότητα να γνωρίζουν περί τίνος πρόκειται. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση της αρτηριοσκλήρωσης και της αθηροσκλήρωσης που συχνά χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν την ίδια κατάσταση, ωστόσο υπάρχει διαφορά μεταξύ των δύο όρων.

Ως αρτηριοσκλήρωση περιγράφεται η κατάσταση κατά την οποία τα αιμοφόρα αγγεία που μεταφέρουν οξυγόνο και θρεπτικά συστατικά από την καρδιά στο υπόλοιπο σώμα (αρτηρίες) γίνονται παχιά και δύσκαμπτα (για διάφορους λόγους) — μερικές φορές περιορίζοντας τη ροή του αίματος στα όργανα και τους ιστούς. Οι υγιείς αρτηρίες είναι εύκαμπτες και ελαστικές. Αλλά με την πάροδο του χρόνου, τα τοιχώματα στις αρτηρίες μπορεί να σκληρύνουν, μια κατάσταση που συνήθως ονομάζεται σκλήρυνση των αρτηριών. Η αθηροσκλήρωση είναι ένας συγκεκριμένος τύπος αρτηριοσκλήρωσης και θεωρείται η κύρια αιτία των καρδιαγγειακών νοσημάτων. Δεδομένου ότι είναι μια κατά κύριο λόγο ασυμπτωματική ασθένεια, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια η επίπτωση.

 

Αθηρωματική πλάκα και στένωση αρτηριών

Αθηροσκλήρωση είναι η συσσώρευση λιπών, χοληστερόλης και άλλων ουσιών μέσα και πάνω στα τοιχώματα των αρτηριών. Αυτή η συσσώρευση ονομάζεται αθηρωματική πλάκα.  Αυτή η πλάκα μπορεί να προκαλέσει στένωση των αρτηριών, εμποδίζοντας τη ροή του αίματος ή μπορεί επίσης να σκάσει, οδηγώντας σε θρόμβο αίματος και αποκλεισμό της ροής του αίματος στην περιοχή που τροφοδοτεί. Αν και η αθηροσκλήρωση συχνά θεωρείται καρδιακό πρόβλημα, μπορεί να επηρεάσει τις αρτηρίες οπουδήποτε στο σώμα.

 

Προσοχή στα πρώιμα συμπτώματα

Η ήπια αθηροσκλήρωση συνήθως δεν έχει συμπτώματα. Τα συμπτώματα συνήθως δεν είναι αντιληπτά έως ότου μια αρτηρία στενέψει τόσο πολύ που δεν μπορεί να παρέχει αρκετό αίμα στα όργανα και τους ιστούς. Μερικές φορές ένας θρόμβος αίματος εμποδίζει εντελώς τη ροή του αίματος. Ο θρόμβος μπορεί να σπάσει και να προκαλέσει καρδιακή προσβολή ή εγκεφαλικό.

Θα πρέπει να δοθεί προσοχή στα πρώιμα συμπτώματα που προκαλούνται από την έλλειψη ροής αίματος, όπως ο πόνος στο στήθος (στηθάγχη), ο πόνος στα πόδια ή το μούδιασμα. Τα συμπτώματα της μέτριας έως σοβαρής αθηροσκλήρωσης εξαρτώνται από το ποιες αρτηρίες έχουν προσβληθεί. Για παράδειγμα:

  • Εάν έχετε αθηροσκλήρωση στις αρτηρίες της καρδιάς σας (στεφανιαίες αρτηρίες), μπορεί να έχετε πόνο ή πίεση στο στήθος (στηθάγχη).
  • Εάν έχετε αθηροσκλήρωση στις αρτηρίες που οδηγούν στον εγκέφαλό σας, μπορεί να έχετε ξαφνικό μούδιασμα ή αδυναμία στα χέρια ή τα πόδια σας, δυσκολία στην ομιλία ή μπερδεμένη ομιλία, προσωρινή απώλεια όρασης στο ένα μάτι ή πτώση των μυών του προσώπου σας. Αυτά σηματοδοτούν ένα παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο. Χωρίς θεραπεία, ένα παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο μπορεί να οδηγήσει σε εγκεφαλικό επεισόδιο.
  • Εάν έχετε αθηροσκλήρωση στις αρτηρίες στα χέρια και τα πόδια σας, μπορεί να έχετε συμπτώματα περιφερικής αρτηριακής νόσου, όπως πόνο στα πόδια κατά το περπάτημα (χωλότητα) ή μειωμένη αρτηριακή πίεση σε ένα προσβεβλημένο άκρο.
  • Εάν έχετε αθηροσκλήρωση στις αρτηρίες που οδηγούν στα νεφρά σας, μπορεί να αναπτύξετε υψηλή αρτηριακή πίεση ή νεφρική ανεπάρκεια.

 

Ανάπτυξη αθηροσκλήρωσης

Η αθηροσκλήρωση είναι μια ασθένεια που επιδεινώνεται αργά και μπορεί να ξεκινήσει από την παιδική ηλικία. Η ακριβής αιτία είναι άγνωστη. Μπορεί να ξεκινήσει με βλάβη ή τραυματισμό στο εσωτερικό στρώμα μιας αρτηρίας. Η ζημιά μπορεί να προκληθεί από αιτίες όπως:

-Υψηλή πίεση του αίματος

-Υψηλή χοληστερόλη

-Υψηλά τριγλυκερίδια, ένα είδος λίπους στο αίμα

-Κάπνισμα ή μάσημα καπνού

-Διαβήτης

-Αντίσταση στην ινσουλίνη

-Παχυσαρκία

-Φλεγμονή από άγνωστη αιτία ή από ασθένειες όπως η αρθρίτιδα, ο λύκος, η ψωρίαση ή η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου

 

Μόλις το εσωτερικό τοίχωμα μιας αρτηρίας καταστραφεί, τα αιμοσφαίρια και άλλες ουσίες μπορεί να συγκεντρωθούν στο σημείο του τραυματισμού και να συσσωρευτούν στην εσωτερική επένδυση της αρτηρίας.

Παράγοντες κινδύνου

Η γήρανση είναι ένας παράγοντας κινδύνου για αθηροσκλήρωση. Άλλοι λόγοι που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο αθηροσκλήρωσης περιλαμβάνουν:

-Οικογενειακό ιστορικό πρώιμης καρδιακής νόσου

-Ανθυγιεινή διατροφή

-Διαβήτης

-Υψηλή πίεση του αίματος

-Υψηλά επίπεδα χοληστερόλης

-Έλλειψη άσκησης

-Παχυσαρκία

-Άπνοια ύπνου

-Κάπνισμα και άλλη χρήση καπνού

 

Πρόληψη

Η αθηροσκλήρωση μπορεί να αντιμετωπιστεί. Οι ίδιες αλλαγές στον υγιεινό τρόπο ζωής που συνιστώνται για τη θεραπεία της αθηροσκλήρωσης βοηθούν επίσης στην πρόληψή της. Οι πιο κάτω οι αλλαγές στον τρόπο ζωής μπορούν να βοηθήσουν στη διατήρηση της υγείας των αρτηριών:

-Διακοπή του καπνίσματος

-Υγιεινή διατροφή

-Τακτική άσκηση

-Διατήρηση υγιούς βάρους

-Έλεγχος και διατήρηση υγιούς αρτηριακής πίεσης

-Έλεγχος και διατήρηση υγιών επιπέδων χοληστερόλης και σακχάρου στο αίμα.


Ελάχιστα επεμβατική καρδιοχειρουργική. Τί είναι, ποια είναι τα πλεονεκτήματά της και ποιοι ασθενείς μπορούν να ωφεληθούν από αυτή.

Ο όρος ελάχιστα επεμβατική καρδιοχειρουργική αναφέρεται σε καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις που γίνονται είτε μέσω μικρότερων τομών και απευθείας όραση στο εγχειρητικό πεδίο ή μέσω μικρών δερματικών οπών και χρήση κάμερας και άλλων ειδικών εργαλείων.

Αυτές οι μέθοδοι προσπέλασης της καρδιάς μπορούν να θεωρηθούν η εξέλιξη της προσπέλασης μέσω της συμβατικής μέσης τομής που γίνεται στο μέσο του στέρνου. Η σωστή περιγραφή αυτών των επεμβάσεων θα μπορούσε να είναι καρδιοχειρουργική με ελάχιστη πρόσβαση. Ο λόγος είναι ότι, ενώ εξωτερικά μοιάζει με μικρότερης βαρύτητας επέμβαση, είναι στην πραγματικότητα το ίδιο παρεμβατική με την κλασσική μέθοδο αφού αφορά στις ίδιες επεμβάσεις. Παρ’ όλα αυτά, η χρήση αυτών των μεθόδων, όπου μπορούν να χρησιμοποιηθούν, έχει αρκετά πλεονεκτήματα όπως:

  • Μικρότερος κίνδυνος λοιμώξεων
  • Λιγότερος πόνος
  • Λιγότερη απώλεια αίματος
  • Μικρότερες ουλές
  • Πιο γρήγορη αποκατάσταση
  • Πιο καθαρό και ευκρινές εγχειρητικό πεδίο, όπου γίνεται η χρήση καμερας.

Οι ασθενείς που είναι υποψήφιοι για αντιμετώπιση με αυτές τις μεθόδους υποβάλλονται στον ίδιο προεγχειρητικό έλεγχο με τη διαφορά ότι είναι απαραίτητος και ο έλεγχος με αξονική τομογραφία θώρακα και κοιλίας. Με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να δούμε την ακριβή ανατομία της καρδίας και των μεγάλων αγγείων, να κάνουμε τις μετρήσεις που χρειάζονται αλλά και για να αποκλείσουμε την ύπαρξη μεγάλης ποσότητας ασβεστίου και αθηρωματικών πλακών στην αορτή.

Για να κάνουμε αυτές τις επεμβάσεις, χρησιμοποιούμε το κύκλωμα εξωσωματικής κυκλοφορίας, με το οποίο συνδέουμε τους ασθενείς συνήθως μέσω μιας μεγάλης αρτηρίας (λαγόνιος αρτηρία) και μιας μεγάλης φλέβας (μηριαία φλέβα) που βρίσκονται ψηλά στο μηρό. Αυτό το κύκλωμα αναλαμβάνει το ρόλο της καρδιάς και των πνευμόνων, μας επιτρέπει να διακόψουμε τη λειτουργία τους και να έχουμε ένα καθαρό χειρουργικό πεδίο. Το ίδιο κύκλωμα χρησιμοποιείται και στις ανοιχτές επεμβάσεις. Όταν ολοκληρωθεί η επέμβαση, η καρδιά και οι πνεύμονες αναλαμβάνουν πάλι και διακόπτουμε τη λειτουργία του κυκλώματος.

Ορισμένες από τις παθήσεις που μπορούν να αντιμετωπιστούν με ελάχιστα επεμβατικές μεθόδους είναι:

  • η αντικατάσταση αορτικής βαλβίδας
  • η αντικατάσταση της ανιούσας αορτής
  • η σύγκλειση μεσοκολπικών ελλειμάτων
  • η αφαίρεση μυξωμάτων του αριστερού ή δεξιού κόλπου
  • η επιδιόρθωση ή αντικατάσταση της μιτροείδους βαλβίδας και
  • η επιδιόρθωση ή αντικατάσταση της τριγλώγχνας βαλβίδας.

Τυπικά οι ασθενείς μετά το χειρουργείο, το οποίο γίνεται με γενική αναισθησία, θα περάσουν ένα βράδυ στη μονάδα εντατικής θεραπείας και μετά θα μεταφερθούν στο θάλαμο από όπου θα πάρουν εξιτήριο για το σπίτι μετά από 4 ή 5 ημέρες. Οι περισσότεροι μπορούν να επιστρέψουν στην εργασία τους και στις καθημερινές τους δραστηριότητες ένα μήνα μετά.

Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί στο νοσοκομείο μας το πρόγραμμα της ελάχιστα επεμβατικής καρδιοχειρουργικής και ήδη αρκετοί συμπολίτες μας μέσω του ΓεΣΥ έχουν ωφεληθεί από τα πλεονεκτήματα αυτών των συγχρόνων μεθόδων χωρίς να χρειαστεί να ταξιδέψουν στο εξωτερικό.


Ανεπάρκεια μιτροειδούς βαλβίδας. Τί είναι και πως αντιμετωπίζεται.

Η μιτροειδής βαλβίδα είναι μία από τις τέσσερις βαλβίδες της καρδιάς μας και συνδέει τον αριστερό κόλπο με την αριστερή κοιλία. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, αυτή είναι μια βαλβίδα μονής κατεύθυνσης που επιτρέπει στο αίμα να πηγαίνει προς τα εμπρός από τον αριστερό κόλπο στην αριστερή κοιλία όταν είναι ανοιχτή. Στη συνέχεια, όταν η αριστερή κοιλία συστέλλεται, η βαλβίδα κλείνει, και το αίμα πάει προς τα εμπρός στην αορτή και από εκεί στα όργανά μας.

Η βαλβίδα αυτή, σε γενικές γραμμές, αποτελείται από 2 γλωγχίνες (2 φύλλα) που συγκρατούνται στη θέση τους από ένα δακτύλιο και χορδές. Οι χορδές λειτουργούν σαν τα σχοινιά που υπάρχουν στα αλεξίπτωτα και όταν η αριστερή κοιλία συστέλλεται και ασκεί πίεση στα φύλλα της, αυτές οι χορδές τεντώνουν και τα συγκρατούν στη θέση τους.  

Η ανεπάρκεια της μιτροειδούς βαλβίδας μπορεί να οφείλεται σε ένα από τους πιο κάτω μηχανισμούς:

Μπορεί να διαταθεί ο δακτύλιος που της δίνει το σχήμα της

Μπορεί να τρυπήσει κάποιο από τα δύο φύλλα ή

Μπορεί να σπάσει μια από τις χορδές.

Σε κάθε μια από αυτές τις περιπτώσεις, η βαλβίδα χάνει τη στεγανότητά της και κάθε φορά που η αριστερή κοιλία συσπάται, ο μισός όγκος αίματος πηγαίνει προς τα πίσω και ο άλλος μισός προς τα εμπρός. Για αυτό και οι ασθενείς με ανεπάρκεια της μιτροειδούς βαλβίδας συχνά έχουν ζαλάδες, δυσκολία στην αναπνοή και κουράζονται εύκολα.

Δεν χρειάζονται όμως όλοι οι ασθενείς με ανεπάρκεια μιτροειδούς χειρουργική αντιμετώπιση.

Για να υπάρχει χειρουργική ένδειξη για κάποιο ασθενή με ανεπάρκεια μιτροειδούς, αυτή η ανεπάρκεια πρέπει να είναι σοβαρή (όπως καθορίζεται με συγκεκριμένες μετρήσεις από το υπερηχογράφημα καρδιάς) και να πληρούνται και κάποια άλλα κριτήρια, όπως για παράδειγμα η εκπτωση του λειτουργικού σταδίου του ασθενούς ή της λειτουργείας της καρδιάς.

Οι επιλογές για χειρουργική επέμβαση είναι η επιδιόρθωση της βαλβίδας (κυρίως με χρήση τεχνητών χορδών και δακτυλίων) ή αντικατάσταση της με βιοπροσθετική ή με μηχανική βαλβίδα.  

Οι χειρουργικές προσεγγίσεις είναι είτε μέσω μέσης στερνοτομής (πρέπει να κόψουμε το στέρνο, τομή 15 εκατοστών) είτε ενδοσκοπικά (με χρήση κάμερας και ειδικών εργαλείων μέσω μικρών δερματικών οπών).


Στεφανιαία νόσος: Πότε βάζουμε στεντ, πότε κάνουμε μπαλονάκι και πότε χειρουργείο;

Κάθε χρόνο περίπου 60 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο αναπτύσσουν μια καρδιακή νόσο. Υπολογίζεται ότι περίπου 200 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν με στεφανιαία νόσο. Η στεφανιαία νόσος είναι η πιο συχνή καρδιακή νόσος και αφορά τη στένωση των στεφανιαίων αρτηριών - των αιμοφόρων αγγείων που παρέχουν οξυγόνο και θρεπτικά συστατικά στον καρδιακό μυ. Κάθε χρόνο η στεφανιαία νόσος σκοτώνει περίπου εννέα εκατομμύρια ανθρώπους - το 2019 ήταν ο μεγαλύτερος δολοφόνος στον κόσμο. Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα στατιστικά, η επικέντρωση της ιατρικής κοινότητας στη διάγνωση και θεραπεία της νόσου είναι επιτακτική.

Διάγνωση και θεραπεία

Η διάγνωση της στεφανιαίας νόσου γίνεται από τον καρδιολόγο ο οποίος χρησιμοποιεί διάφορες δοκιμασίες και εξετάσεις για να διαπιστώσει αν η παροχή αίματος στην καρδιά είναι μικρότερη από τις ανάγκες που έχει.

Ακολούθως, ο ασθενής για τον οποίο τίθεται η υποψία για στεφανιαία νόσο οδηγείται για καθετηριασμό των στεφανιαίων αρτηριών. Ο καθετηρισμός γίνεται με τοπική αναισθησία και με ειδικούς καθετήρες που οδηγούνται στα στεφανιαία μας αγγεία χρωματίζεται ο αυλός τους.

Ανάλογα με το αποτέλεσμα του καθετηριασμού συνέρχεται η ομάδα καρδιάς κάθε νοσηλευτηρίου και συστήνεται ένας τρόπος αντιμετώπισης σε κάθε ασθενή.

 

Ενώ η αντιμετώπιση εξατομικεύεται, η απόφαση που θα ληφθεί πρέπει να λαμβάνεται από κοινού με τον ασθενή και τον θεράπων ιατρό και να βασίζεται στις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες που εκδίδονται κατά διαστήματα  από την ευρωπαϊκή (ESC/EACTS) ή την αμερικάνικη καρδιολογική εταιρεία (AHA/ACC).

 

Οι παράγοντες που λαβάνονται υπόψιν για τη λήψη της απόφασης είναι πολλοί. Κάποιοι από αυτούςς ευνοούν την εμφύτευση στεντ και το μπαλονάκι και άλλοι ευνοούν τη χειρουργική επαναιμάτωση (χειρουργείο ανοιχτής καρδιάς). Αυτοί οι παράγοντες περιγράφονται από τις τελευταίες οδηγίες της ευρωπαϊκής καρδιολογικής και καρδιοχειρουργικής εταιρείας και δίνουν μια σαφή κατεύθυνση στους επαγγελματίες υγείας. 

 

Συγκεκριμένα, οι παράγοντες που ευνοούν την πρόταση του θεράποντος ιατρού για στεντ ή μπαλονάκι (όπως αυτοί προέκυψαν από μεγάλες μελέτες σε πολλά κέντρα ταυτόχρονα) είναι:

  • Η προχωρημένη ηλικία του ασθενούς
  • Τα πολλαπλά προβλήματα υγείας
  • Ο μεγάλος χειρουργικός κίνδυνος
  • Το προηγούμενο χειρουργείο καρδιάς
  • Η ακτινοβολία του θώρακα για ακτινοθεραπεία
  • Οι Ανωμαλίες του θωρακικού τοιχώματος
  • Η σοβαρή ασβέστωση της αορτής του ασθενούς

 

Από την άλλη, οι ασθενείς έχουν καλύτερα αποτελέσματα όταν υποβληθούν σε ανοιχτό χειρουργείο καρδιάς εάν:

 

  • Έχουν επηρεασμένη λειτουργία της καρδιάς τους
  • Σακχαρώδη διαβήτη
  • Έχουν ήδη βαλει κάποιο στεντ το οποίο έχει ξανά στένωση
  • Έχουν βλάβες σε πολλές στεφανιαίες αρτηρίες
  • Οι βλάβες που έχουν είναι σε δύσκολα σημεία ή σε σημεία με μεγάλη ποσότητα ασβεστίου

Κληρονομούμενη Καρδιαγγειακή Νόσος: Έχεις θετικό ιστορικό; Ενημερώσου για όλα όσα μπορείς να κάνεις. Οι πιο συχνά κληρονομούμενες καρδιακές παθήσεις και πώς μεταδίδονται

Το οικογενειακό ιστορικό, αποτελεί ένα εκ των βασικών παραγόντων που μπορούν να επηρεάσουν και τη δική μας πορεία. Όταν ένα μέλος της οικογένειας διαγνωστεί  με μια καρδιακή πάθηση ή διαταραχή, αυτό λειτουργεί ως σήμα για τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας να υποβληθούν σε ελέγχους για παράγοντες κινδύνου και νόσους σε πρώιμο στάδιο στο οποίο ενδέχεται να μην παρουσιάζουν ακόμη συμπτώματα. Αυτή η ενεργητική προσέγγιση επιτρέπει την ανίχνευση πιθανών προβλημάτων πριν αυτά εκδηλωθούν, επιτρέποντας έγκαιρη παρέμβαση και διαχείριση.

Η Κληρονομούμενη Καρδιαγγειακή Νόσος (ΚΚΝ) περιλαμβάνει μια σειρά από παθήσεις του καρδιαγγειακού συστήματος που μεταδίδονται από γενιά σε γενιά λόγω κάποιων γενετικών παραλλαγών. Αυτές οι παραλλαγές, συχνά αναφερόμενες ως μεταλλάξεις, κληρονομούνται από τους γονείς και μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη λειτουργία του καρδιαγγειακού συστήματος.

Το γενετικό υπόβαθρο διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη σωστή λειτουργία διαφόρων παραμέτρων του καρδιαγγειακού συστήματος, συμπεριλαμβανομένης της σωστής δομής των αγγείων του αίματος, των βαλβίδων και του ρυθμού της καρδιάς καθώς και των επιπέδων χοληστερόλης στο αίμα.

Η σωστή μελέτη της κληρονομικότητας των ΚΚΝ είναι κρίσιμη για την αξιολόγηση του κινδύνου ενός ατόμου.

Ποιες είναι οι πιο συχνά κληρονομούμενες καρδιακές παθήσεις;

Αυτές είναι ποικίλες και μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • Την καρδιομυοπάθεια, που χαρακτηρίζεται από ανωμαλίες στη λειτουργία του καρδιακού μυός,
  • Την καρδιακή αμυλοείδωση που είναι η ανώμαλη συσσώρευση πρωτεϊνών μέσα στο καρδιακό τοίχωμα,
  • Τις καρδιακές αρρυθμίες, που περιλαμβάνουν αλλαγές στο ρυθμό της καρδιάς,
  • Τους όγκους της καρδίας (κυρίως τα μυξώματα),
  • Τα οικογενή ανευρύσματα της αορτής,
  • Τα υψηλά επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα,
  • Τις παθήσεις των βαλβίδων της καρδίας όπως είναι η δίπτυχη αορτική βαλβίδα (που σχετίζεται και με την ανάπτυξη ανευρυσμάτων της αορτής) και η πρόπτωση ή η μοιξωματώδης εκφυλιση της μιτροειδους βαλβίδας,
  • Την πνευμονική υπέρταση και
  • Αυτοάνοσες νόσους που μπορεί να επηρεάσουν το καρδιαγγειακό σύστημα, όπως είναι ο λύκος, το σκληρόδερμα και η ρευματοειδής αρθρίτιδα)

Πώς μεταδίδονται;

Οι υπόκειμενες αιτίες των ΚΚΝ συχνά προέρχονται από μεταλλάξεις σε γονίδια που είναι υπεύθυνα για τη διατήρηση της καρδιακής υγείας. Κάθε κύτταρο στο σώμα περιέχει γενετικές πληροφορίες που κωδικοποιούνται στον πυρήνα, επηρεάζοντας τα μοναδικά χαρακτηριστικά και τις προδιαθέσεις του ατόμου. Αν ένας γονέας φέρει ένα ελαττωματικό γονίδιο, υπάρχει πιθανότητα 50:50 να το μεταβιβάσει στα παιδιά του, αυξάνοντας έτσι την πιθανότητα κληρονόμησης καρδιακών παθήσεων.

Τί μπορεί να κάνει κάποιος με θετικό κληρονομικό ιστορικό για καρδιαγγειακά νοσήματα;

Η αναγνώριση των συμπτωμάτων των ΚΚΝ είναι ουσιώδης για την έγκαιρη διάγνωση και παρέμβαση.  Αυτά τα συμπτώματα μπορεί να ποικίλουν ευρέως, από πόνο στο στήθος και εύκολη κόπωση έως απροσδιόριστο θάνατο από καρδιακή αιφνίδια ανακοπή.

Η διάγνωση συνήθως περιλαμβάνει μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση από επαγγελματίες της υγείας, συμπεριλαμβανομένου ενός λεπτομερούς οικογενειακού ιστορικού, μιας φυσικής εξέτασης και ενός γονιδιακού ελέγχου. Διαγνωστικές διαδικασίες, όπως η ηχοκαρδιογραφία και το ηλεκτροκαρδιογράφημα, παρέχουν επιπλέον πληροφορίες για τη λειτουργία και τη δομή της καρδιάς.

Οι στρατηγικές θεραπείας για τις ΚΚΝ είναι πολυδιάστατες και στοχεύουν στην ανακούφιση των συμπτωμάτων, τη διαχείριση των παραγόντων κινδύνου και τη βελτίωση της συνολικής καρδιακής υγείας. Οι τροποποιήσεις του τρόπου ζωής, συμπεριλαμβανομένων των διατροφικών αλλαγών, της τακτικής άσκησης και της διακοπής του καπνίσματος, αποτελούν το θεμέλιο της προληπτικής φροντίδας. Φάρμακα, όπως αντιαρρυθμικά και αντιπηκτικά, μπορεί να συνταγογραφηθούν για τον έλεγχο του ρυθμού της καρδιάς και την πρόληψη του σχηματισμού θρόμβων.

Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις, πιο επεμβατικές ιατρικές πράξεις, όπως το χειρουργείο καρδιάς ή η τοποθέτηση απινιδωτών καρδιάς, μπορεί να είναι απαραίτητες για την αποκατάσταση της κανονικής λειτουργίας της καρδιάς και την πρόληψη θανατηφόρων επιπλοκών. Η γενετική συμβουλευτική διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην εκτίμηση του κινδύνου και τη διαχείριση των οικογενειακών παραγόντων κινδύνου. Αυτή η ολιστική προσέγγιση βοηθά στη διατήρηση της καρδιαγγειακής υγείας της οικογένειας.


Αορτοστεφανιαία παράκαμψη. Τί είναι και πώς γίνεται;

Η χειρουργική επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης (bypass) είναι μια διαδικασία που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων αλλά και την πρόληψη των ανεπιθύμητων συμβαμάτων της στεφανιαίας νόσου. Η στεφανιαία νόσος (ΣΝ) είναι η στένωση των στεφανιαίων αρτηριών - των αιμοφόρων αγγείων που παρέχουν οξυγόνο και θρεπτικά συστατικά στον καρδιακό μυ. Η ΣΝ προκαλείται από τη συσσώρευση λιπώδους υλικού στα τοιχώματα των αρτηριών. Αυτή η συσσώρευση στενεύει το εσωτερικό των αρτηριών, περιορίζοντας την παροχή αίματος πλούσιου σε οξυγόνο στον καρδιακό μυ.

Ένας τρόπος για να αντιμετωπίσουμε τα φαινόμενα της ΣΝ είναι να παρακάμψουμε τις αποφραγμένες ή στενευμένες αρτηρίες (από εδώ και η ονομασία bypass) με ένα κομμάτι ενός υγιούς αιμοφόρου αγγείου που υπάρχει αλλού στο σώμα του ασθενούς. Τα αιμοφόρα αγγεία ή τα μοσχεύματα που χρησιμοποιούνται για τη διαδικασία παράκαμψης μπορεί να είναι κομμάτια μιας φλέβας από το πόδι (μείζων σαφηνής φλέβα), ή μια αρτηρία στο στήθος (έσω μαστική αρτηρία). Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί μια αρτηρία από τον καρπό (κερκιδική αρτηρία).

Κατά τη διαδικασία του bypass, προσαρτoούμε το ένα άκρο του μοσχεύματος πάνω από τη στένωση (στην ανιούσα αορτή) και το άλλο άκρο κάτω από τη στένωση (πάνω στο στεφανιαίο αγγείο μετά τη βλάβη). Το αίμα παρακάμπτει την απόφραξη περνώντας από το νέο μόσχευμα για να φτάσει στον καρδιακό μυ. Αυτό ονομάζεται επέμβαση αορτοστεφανιαίας παράκαμψης.

 

Ποιοι ασθενείς χρειάζονται αορτοστεφανιαία παράκαμψη (bypass);

Η Ευρωπαϊκή και η Αμερικάνικη Καρδιολογική Eταιρεία (ESC και AHA/ACC) εκδίδουν κατευθυντήριες οδηγίες κάθε δύο ή τρία χρόνια προς τους καρδιολόγους και τους καρδιοχειρουργούς που αφορούν τις συστάσεις τους για αντιμετώπιση των ασθενών με ΣΝ.

Τυπικά κάποιος ασθενής, λόγω κάποιων συμπτωμάτων που έχει τα οποία μπορεί να είναι:

  • Πόνος στο στήθος
  • Κόπωση (σοβαρή κόπωση)
  • Αίσθημα παλμών (φτερούγισματα)
  • Μη φυσιολογικοί καρδιακοί ρυθμοί
  • Δυσκολία στην αναπνοή
  • Πρήξιμο στα χέρια και τα πόδια
  • Δυσπεψία,

επισκέπτεται τον καρδιολόγο του ή τον προσωπικό του γιατρό. Τότε παραπέμπεται για κάποιες ειδικές εξετάσεις με τελευταία τον καθετηριασμό των στεφανιαίων αρτηριών. Αν η εξέταση αναδείξει σημαντικές στενώσεις σε αρκετά σημεία των στεφανιαίων τότε μπορεί να γίνει σύσταση για bypass. Οι ασθενείς με πιο απλές στενώσεις μπορούν αρκετές φορές να αντιμετωπιστούν ενδαγγειακά με stent. 

Δυστυχώς, κάποιος ασθενής μπορεί να μην έχει συμπτώματα στην πρώιμη στεφανιαία νόσο και η νόσος θα συνεχίσει να εξελίσσεται μέχρι να προκαλέσει συμπτώματα και προβλήματα. Εάν η παροχή αίματος στον καρδιακό μυ συνεχίζει να μειώνεται ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης απόφραξης μιας στεφανιαίας αρτηρίας, τότε μπορεί να προκληθεί η καρδιακή προσβολή ή το έμφραγμα του μυοκαρδίου.

 

Ποια είναι η διαδικασία του bypass;

Οι ασθενείς έρχονται στο νοσοκομείο από την προηγούμενη ημέρα για κάποιες εξετάσεις ρουτίνας και για την προετοιμασία τους. Την ημέρα του χειρουργείου μεταφέρονται στη χειρουργική αίθουσα. Ο αναισθησιολόγος τους συνδέει σε ένα μονιτορ και παρακολουθεί συνεχώς τον καρδιακό ρυθμό, την αρτηριακή πίεση, την αναπνοή και τα επίπεδα οξυγόνου στο αίμα . Μόλις ο ασθενής κοιμηθεί συνδεεται με έναν αναπνευστήρα, ο οποίος θα εκτελεί το έργο της αναπνοής κατά τη διάρκεια της επέμβασης. Έπειτα, τοποθετούνται διάφορες άλλες γραμμές, φλεβικές και αρτηριακές για εύκολη χορήγηση φαρμάκων και για εύκολη λήψη αίματος για εξετάσεις.

Παραδοσιακά, για να για να γίνει αυτή την επέμβαση πρέπει να κάνουμε μια τομή στο στήθος και προσωρινά να σταματήσουμε την καρδιά. Μέσω μιας τομής που ονομάζεται μέση στερνοτομή, αποκτούμε πρόσβαση στην καρδιά.  Όταν εκτεθεί η καρδιά, τοποθετούμε ειδικούς σωλήνες και την αποκλείουμε από την κυκλοφορία. Το αίμα διοχετεύεται σε ένα μηχάνημα που το οξυγονώνει και το αντλεί συνεχώς πίσω στον ασθενή για τροφοδοσία των υπόλοιπων οργάνων. Έτσι η καρδιά είναι πλέον ακίνητη και ελεύθερη αίματος. Αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί μας επιτρέπει να κάνουμε τις επεμβάσεις με μεγαλύτερη ασφάλεια και με τη μέγιστη ακρίβεια.

Όταν η καρδιά σταματήσει, αρχίζει η διαδικασία του bypass. Μπορεί να χρειαστεί να κάνoυμε περισσότερα από ένα μοσχεύματα παράκαμψης, ανάλογα με το πόσες αποφράξεις ή στενώσεις έχει ο κάθε ασθενής και πού βρίσκονται. Αφού ολοκληρωθούν όλα τα μοσχεύματα, τα ελέγχουμε προσεκτικά καθώς το αίμα τρέχει μέσα από αυτά για να βεβαιωθoύμε ότι λειτουργούν σωστά.

Μόλις ελεγχθούν τα μοσχεύματα, αφήνουμε το αίμα να κυκλοφορήσει  μέσω της μηχανής παράκαμψης πίσω στην καρδιά, και αφαιρούμε τους σωληνες. Η καρδιά μπορεί να επανεκκινήσει μόνη της ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα ήπιο ηλεκτρικό σοκ για την επανεκκίνηση.

Μετά τη συρραφή των τραυμάτων οι ασθενείς οδηγούνται στη μονάδα εντατικής παρακολούθησης όπου μένουν συνήθως για ένα βράδυ. Το επόμενο πρωί ή μεσημέρι μεταφέρονται ξύπνιοι στην καρδιολογική μονάδα όπου σταδιακά αρχίζουν να κινητοποιούνται και μέχρι την πέμπτη μετεγχειρητική ημέρα συνήθως οι ασθενείς παίρνουν το εξιτήριο για το σπίτι τους. 


Ανευρύσματα αορτής. Τί είναι και πώς αντιμετωπίζονται;

Στο άκουσμα της λέξης ανεύρυσμα δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι που πανικοβάλλονται, όχι άδικα, καθώς πρόκειται για μια σοβαρή πάθηση που μπορεί να αποβεί μοιραία, εξ’ ου και ο χαρακτηρισμός που αποδίδεται από τον ιατρικό κόσμο «σιωπηλός δολοφόνος».

Η αορτή αποτελεί την κύρια αρτηρία του ανθρώπινου σώματος, μέσω της οποίας διοχετεύεται το αίμα από την καρδιά σ’ όλο το σώμα. Τα αορτικά ανευρύσματα μπορούν να αναπτυχθούν οπουδήποτε, με τη μεγαλύτερη συχνότητα να εντοπίζεται στην κοιλιακή παρά στη θωρακική αορτή. Τα ανευρύσματα της θωρακικής αορτής συχνά αναπτύσσονται αργά και συνήθως χωρίς να υπάρχουν συμπτώματα, γεγονός που καθιστά δύσκολο τον εντοπισμό τους. Πρόκειται στην ουσία για μια εξασθενημένη περιοχή του αγγείου. Όταν το τοίχωμα της αορτής είναι αδύναμο, αυτή μπορεί να διευρυνθεί και όταν το αγγείο διευρύνεται σημαντικά, πλέον ονομάζεται ανεύρυσμα και όχι διάταση. Οι επιπλοκές ενός ανευρύσματος περιλαμβάνουν τη ρήξη ή το διαχωρισμό της αορτής, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε αιφνίδιο θάνατο.

Ποια τα συμπτώματα

Το πόσο γρήγορα μπορεί να αναπτυχθεί ένα ανεύρυσμα θωρακικής αορτής είναι δύσκολο να προβλεφθεί. Ωστόσο, καθώς αυξάνεται το μέγεθος του ανευρύσματος τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • Πόνο στην πλάτη
  • Βήχα
  • Αδύναμη ή βραχνή φωνή
  • Δυσκολία στην αναπνοή
  • Ευαισθησία ή πόνο στο στήθος

 

Όταν ένα ανεύρυσμα θωρακικής αορτής έχει υποστεί ρήξη ή διαχωρισμό, τα συμπτώματα είναι θορυβώδη και μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • Ξαφνικό πόνο στο άνω μέρος της πλάτης που εξαπλώνεται προς τα κάτω
  • Πόνο στο στήθος, τη γνάθο, τον αυχένα ή τα χέρια
  • Δυσκολία στην αναπνοή
  • Απώλεια συνείδησης

 

Αναζητώντας τα αίτια

Όπως συμβαίνει με όλες σχεδόν τις παθήσεις, έτσι και σε αυτή την περίπτωση αναζητούνται τα πιθανά αίτια.  Οι αιτίες των ανευρυσμάτων της θωρακικής αορτής μπορεί να περιλαμβάνουν:

 

  • Σκλήρυνση των αρτηριών, που ονομάζεται αθηροσκλήρωση. Ο σχηματισμός αθηρωματικής πλάκας στα τοιχώματα των αρτηριών κάνει τις αρτηρίες να γίνονται λιγότερο εύκαμπτες. Η πρόσθετη πίεση μπορεί να προκαλέσει αποδυνάμωση και διάταση τους. Η υψηλή αρτηριακή πίεση και η υψηλή χοληστερόλη αυξάνουν τον κίνδυνο αθηροσκλήρωσης. Αυτό είναι πιο συχνό σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας.
  • Γενετικές καταστάσεις. Τα αορτικά ανευρύσματα σε νεότερους ανθρώπους έχουν συχνά μια γενετική αιτία. Το σύνδρομο Marfan, μια γενετική πάθηση που επηρεάζει τον συνδετικό ιστό στο σώμα, μπορεί να προκαλέσει αδυναμία στο τοίχωμα της αορτής. Άλλες γενετικές παθήσεις που συνδέονται με το ανεύρυσμα, το διαχωρισμό και τη ρήξη της αορτής περιλαμβάνουν τα αγγειακά σύνδρομα Ehlers-Danlos, Loeys-Dietz και Turner.
  • Φλεγμονή των αιμοφόρων αγγείων όπως η γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα και η αρτηρίτιδα Takayasu, σχετίζονται με ανευρύσματα θωρακικής αορτής.
  • Δίπτυχη αορτική βαλβίδα. Τα άτομα που γεννιούνται με αορτική βαλβίδα που έχει μόνο δύο πτυχές αντί για τρεις έχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης ανευρύσματος αορτής.

Διαχωρισμός αορτής

Ορισμένα ανευρύσματα μπορεί να μην υποστούν ποτέ ρήξη ή να οδηγήσουν σε διαχωρισμό. Ο διαχωρισμός της αορτής είναι μια δυνητικά απειλητική για τη ζωή επείγουσα ανάγκη, ανάλογα με το πού στην αορτή εμφανίζεται. Στο διαχωρισμό της αορτής αυτό που συμβαίνει είναι μια ρήξη μέσα στο τοίχωμα της αορτής. Αυτό προκαλεί αιμορραγία μέσα και κατά μήκος του τοιχώματός της. Είναι σημαντικό να αντιμετωπιστεί το ανεύρυσμα της αορτής για να καταβληθεί προσπάθεια αποτροπής του διαχωρισμού. Εάν συμβεί διαχωρισμός, μπορεί να αντιμετωπιστεί χειρουργικά, ωστόσο, ο κίνδυνος του χειρουργείου είναι πολύ μεγαλύτερος.

Παράγοντες κινδύνου

Οι παράγοντες κινδύνου για το ανεύρυσμα της θωρακικής αορτής περιλαμβάνουν:

  • Ηλικία: Τα ανευρύσματα θωρακικής αορτής εμφανίζονται συχνότερα σε άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω
  • Χρήση καπνού: Το κάπνισμα και η χρήση καπνού αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο ανευρύσματος αορτής
  • Υψηλή αρτηριακή πίεση
  • Σχηματισμός αθηρωματικών πλακών: Η συσσώρευση λίπους κι άλλων ουσιών στο αίμα μπορεί να βλάψει την επένδυση ενός αιμοφόρου αγγείου, αυξάνοντας τον κίνδυνο ανευρύσματος. Αυτός είναι ένας πιο κοινός κίνδυνος στους ηλικιωμένους.
  • Οικογενειακό ιστορικό: Η ύπαρξη ενός γονέα, αδελφού, ή παιδιού με αορτικό ανεύρυσμα αυξάνει τον κίνδυνο αορτικού ανευρύσματος
  • Γενετικές καταστάσεις
  • Διγλώχινα (δίπτυχη) αορτική βαλβίδα

 

Προσυμπτωματικός και γενετικός έλεγχος

Ως γιατροί, ενδέχεται να συστήσουμε έλεγχο εάν κάποιος συγγενής πρώτου βαθμού ενός ασθενούς- όπως γονέας, αδελφός, αδελφή, γιος ή κόρη - έχει μια γενετική ασθένεια όπως το σύνδρομο Marfan ή άλλη πάθηση που σχετίζεται με ανευρύσματα θωρακικής αορτής. Ο προσυμπτωματικός έλεγχος για ανεύρυσμα περιλαμβάνει τακτικές απεικονιστικές εξετάσεις, συνήθως υπερηχοκαρδιογράφημα. Εάν ένα υπερηχογράφημα της καρδιάς δείξει μια διατεταμένη αορτή ή ένα ανεύρυσμα, μια άλλη απεικονιστική εξέταση διενεργείται συνήθως εντός 6-12 μηνών για παρακολούθηση της εξέλιξής του. Μπορεί επίσης να συστήσουμε γενετικό έλεγχο εάν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό ανευρυσμάτων αορτής, ιδιαίτερα εάν πρόκειται για γυναίκα η οποία σκέφτεται την εγκυμοσύνη.

 

Πρόληψη και θεραπεία

Η θεραπεία ενός ανευρύσματος θωρακικής αορτής εξαρτάται από την αιτία, το μέγεθος και τον ρυθμό ανάπτυξης του ανευρύσματος. Η διατήρηση των αιμοφόρων αγγείων σε όσο το δυνατόν πιο υγιή επίπεδα είναι σημαντική για την πρόληψή του. Το τσιγάρο, σαφώς και δεν είναι σύμμαχος γι’ αυτό και συστήνεται η άμεση διακοπή του. Επιπλέον, πολύ βασική είναι η διατήρηση της αρτηριακής πίεσης και των επιπέδων χοληστερόλης και λίπους υπό έλεγχο. Δεν υπάρχουν φάρμακα για την πρόληψη ενός αορτικού ανευρύσματος. Ωστόσο, μπορεί να χρησιμοποιηθούν φάρμακα για τη θεραπεία της υψηλής αρτηριακής πίεσης, της υψηλής χοληστερόλης και άλλων καταστάσεων που σχετίζονται με το ανεύρυσμα. Η σωστή διαχείριση μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο επιπλοκών του ανευρύσματος της θωρακικής αορτής.

Σε κάθε περίπτωση, λειτουργώντας στο πλαίσιο της σύγχρονης καρδιοχειρουργικής στο τμήμα μας βρισκόμαστε πάντοτε σε ετοιμότητα έτσι ώστε να ανταποκριθούμε σε τακτικά ή επείγοντα, ανεπίπλεκτα ή επιπλεγμένα περιστατικά με ιδιαίτερη έμφαση στην ασφάλεια του ασθενούς, στην ομαλή διεξαγωγή της επέμβασης και στο μακροχρόνια καλό αποτέλεσμα αυτής.